Τρίτη, 10 Φεβρουάριος 2015 13:25
Δήμος Αχαρνών

ΤΑ ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΤΩΝ ΜΕΝΙΔΙΑΤΩΝ

>Ειρήνη Κουμπούρη, (Εκπαιδευτικός, M.Ed.) Αρθρογράφος: Ειρήνη Κουμπούρη, (Εκπαιδευτικός, M.Ed.)

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ, ΥΠΟ ΕΚΔΟΣΗ)

Η ελληνική αποκριά έχει τις ρίζες της στην αρχαία Ελλάδα. Συνδέεται µε την λατρεία του ∆ιονύσου, θεού του κρασιού και των εορτασµών.

Η αγγλική λέξη «carnival» προέρχεται από το λατινικό «carnemlevare» ή «carnislevamen», που σηµαίνει «διακοπή της βρώσης κρέατος». Στα ελληνικά χρησιµοποιείται η λέξη «αποκριά» και σηµαίνει ακριβώς το ίδιο.Αυτή η δηµοφιλής παράδοση προέρχεται από τις παγανιστικές τελετουργίες των αρχαίων Ελλήνων και τις γιορτές προς τιµή του ∆ιονύσου, θεού του κρασιού και της ευθυµίας. Οι άνθρωποι µεταµφιέζονταν σε σατύρους ή φορούσαν µάσκες και ξεχύνονταν στους δρόµους και στις γειτονιές συµπεριφερόµενοι «προκλητικά» µε τολµηρές φράσεις και πράξεις. Αυτό εξυπηρετούσε το σκοπό να επιτρέπεται να εκφράζονται ελεύθερα ερωτικές σκέψεις ενώ έκρυβαν την αληθινή τους ταυτότητα πίσω από τις µάσκες.

Αυτή η παράδοση τελικά εξαπλώθηκε και σε άλλα µέρη του κόσµου µέσω της Ρωµαϊκής Αυτοκρατορίας και την ανακάλυψη του Νέου Κόσµου. Όµως, οι παγανιστικές πρακτικές ήταν τόσο βαθιά ριζωµένες που δεν καταργήθηκαν τελείως. Αργότερα, όταν εµφανίστηκε ο χριστιανισµός, αν και οι άνθρωποι σταµάτησαν να λατρεύουν τους θεούς του Ολύµπου, οι συνήθειες των Ελλήνων να µεταµφιέζονται και να γιορτάζουν στους δρόµους παρέµειναν.

Πηγαίνοντας πίσω στους αρχαίους Έλληνες, αυτή ήταν µια εποχή γιορτής για την αναµονή της άνοιξης. Παραδόξως, αυτή η γιορτή περιελάµβανε τελετουργικά αφιερωµένα και στην «νέα ζωή» (το µπουµπούκιασµα των δέντρων, των κληµάτων, των λουλουδιών, κτλ.) και στις ψυχές των νεκρών που πίστευαν ότι ανέβαιναν στον «πάνω κόσµο» περίπου την 1ηΜαρτίου. Με την ανατολή του χριστιανισµού η εκκλησία προσπάθησε να υποβιβάσει τις παγανιστικές τελετές και να τις αντικαταστήσει µε χριστιανικές πρακτικές. Για αυτό, κατά την διάρκεια αυτών των ηµερών βρίσκουµε την πρακτική ειδικών λειτουργιών και µνηµοσυνών στα τρία Ψυχοσάββατα.

Οι Μενιδιάτες κατά την περίοδο της Αποκριάς, προσπαθούσαν να δώσουν στις εκδηλώσεις τους, ένα κλίμα καλής και αδελφωμένης γειτονιάς. Εκ περιτροπής καλούσαν τους γείτονες στο σπιτικό τους, την τελευταία εβδομάδα της Αποκριάς, για να φάνε και να διασκεδάσουν μαζί. Οι καλεσμένοι συνήθιζαν αν παίρνουν μαζί τους και τα σχετικά φαγητά που θα έτρωγαν στο σπιτικό τους. Ο οικοδεσπότης δεχόταν μεταμφιεσμένος τους καλεσμένους γείτονές του, όρθιος στην εξώπορτα, με ευχές και τσουχτερά πειράγματα. Ακολουθούσε φαγοπότι, χορός και παραδοσιακά αποκριάτικα τραγούδια. Οι Μενιδιάτες τις Απόκριες, συνήθιζαν να μασκαρεύονται και να επισκέπτονται φίλους και συγγενείς, στα σπίτια τους. Εκεί χόρευαν έναν αποκριάτικο χορό, έκαναν μια αστεία χειρονομία και αφού έδειχναν την ταυτότητά τους, αφαιρώντας τη μάσκα, τη λεγόμενη μουτσούνα, αναχωρούσαν με ευχές και γέλια για άλλες γειτονιές. Προηγουμένως γινόταν από τους σπιτονοικοκύρηδες το απαραίτητο τρατάρισμα από κρασί και μεζέ για τους μεγάλους και ξηρούς καρπούς για τους μικρούς μασκαράδες.

Πρέπει να σημειωθεί ότι, ήταν μεγάλη προσβολή να φύγει ένας μασκαρεμένος χωρίς να τον αναγνωρίσει ο οικοδεσπότης. Εάν κάποιος, συνήθως μεθυσμένος από τα τραταρίσματα, επιχειρούσε να φύγει, τον ανάγκαζαν διά της βίας να αποκαλυφθεί και τον μουτζούρωναν με την μουτζούρα του τηγανιού.

Επίσης κατά τη διάρκεια των Αποκρεών συνηθιζόταν να επισκέπτεται η νέα νύφη (φρεσκοαρραβωνιασμένη) τα πεθερικά, φορώντας τα δώρα του αρραβώνα και κρατώντας ένα πανέρι, την «κανέστρα» την οποία είχε γεμίσει με καφέ, ζάχαρη και ξηρούς καρπούς.

Την πρώτη εβδομάδα των Αποκρεών, οι Μενιδιάτες την έλεγαν «άρτζι - μπούρτζι», επειδή έτρωγαν όλοι μαζί. Τότε άρχιζαν όλοι να μασκαρεύονται. Έτσι οι άντρες ντύνονταν γυναίκες και οι γυναίκες ντύνονταν άντρες. Συνήθως φορούσαν αταίριαστα, μεταξύ τους, ρούχα και έτσι οι μασκαράδες προκαλούσαν το γέλιο. Τα φαγητά και τα γλυκά που έτρωγαν οι Μενιδιάτες, κατά την περίοδο των Απόκρεων, είχαν πολύ γάλα . Δηλαδή, έφτιαχναν γαλακτομπούρεκο, γαλατόπιτα, τυρόπιτα κ.λ.π. Επίσης, ένα παραδοσιακό φαγητό που έφτιαχναν οι Μενιδιάτες, ήταν τα ζυμωτά μακαρόνια. Αυτά είχαν δύο ονομασίες, ανάλογα με το μέγεθός τους. Αν, λοιπόν, ήταν μακριά, τα έλεγαν «κρίμπιλιες», ενώ αν ήταν παχιά και κοντά, τα έλεγαν «ντόντιλιες». Τα μακαρόνια αυτά φτιάχνονταν από ζυμάρι που είχε προζύμι και όχι μαγιά, το οποίο αφού το ζύμωναν, το έκοβαν σε μικρότερα κομάτια τα οποία έπλαθαν σε σχήμα μπαστουνιού. Το κάθε μπαστούνι, το πασπάλιζαν με αλεύρι. Ύστερα, έριχναν τα μπαστούνια σε νερό που έβραζε, είτε ολόκληρα (κρίμπιλιες), είτε αφού τα έκοβαν σε μικρά κομμάτια και πατώντας τα στην άκρη με το δάχτυλο (ντόντιλιες). Τα μακαρόνια αυτά, τρώγονταν, καθ’ όλη τη διάρκεια των Αποκρεών, με πολύ τυρί και εξακολουθούν ακόμα και σήμερα, να κατέχουν την πρώτη θέση στο αποκριάτικο τραπέζι των Μενιδιατών.

Τη δεύτερη εβδομάδα των Αποκρεών, την ονόμαζαν «κρεατινή», επειδή έτρωγαν πολύ κρέας. Την Τσικνοπέμπτη, σφάζανε από το πρωί αρνιά, τα οποία στη συνέχεια μαγείρευαν και ακολουθούσε μεγάλο γλέντι. Συνήθως έτρωγαν κρέας ψητό. Έτσι εξηγείται και η λέξη «Τσικνοπέμπτη», δηλαδή από την τσίκνα (τον καπνό που βγαίνει από την ψησταριά) του κρέατος, όταν ψήνεται. Επίσης, την Τσικνοπέμπτη, έπρεπε να στείλει ο γαμπρός στην πεθερά, το πιο καλό αρνί. Μετά, μαζεύονταν όλοι στο σπίτι της νύφης, όπου έτρωγαν, τραγουδούσαν και χόρευαν, μέχρι το πρωί. Συνήθως, αυτή την περίοδο, γίνονταν πολλά προξενιά. Γι’ αυτό υπάρχουν και τα σχετικά στιχάκια, που λέγονταν στα Αρβανίτικα, αλλά τα παραθέτουμε σε μετάφραση:

Τώρα τη Σαρακοστή, θα τρώμε ελιά και ψωμί

Τώρα την Αποκριά, φτιάχνουμε και τα προξενιά

Τώρα την Αποκριά, είναι γινομένη η δουλειά

(υπονοούσαν το προξενιό)

κουτάλια και πιρούνια

να φάμε τα μακαρούνια

(εννοούσαν τις ντόντιλιες)

Την τελευταία εβδομάδα, την ονόμαζαν Τυρινή, γιατί έτρωγαν πολύ τυρί. Την Κυριακή της Τυροφάγου, εκτός από τυρί έτρωγαν και πολλά αυγά, διότι αυγά θα έτρωγαν πάλι μετά το πέρας της νηστείας. Επίσης την Κυριακή της Τυροφάγου, πριν κοινωνήσουν, έπρεπε όλοι να ζητήσουν συγχώρεση από τον μεγαλύτερο και αφού του φιλήσουν το χέρι, να πάρουν την ευχή του.

Κάτι πρωτότυπο που είχαν στο καρναβάλι τους οι Μενιδιάτες, ήταν η Καμήλα . Την Καμήλα περίμεναν να περάσει από τη γειτονιά τους μικροί και μεγάλοι. Οι μοναδικοί Μενιδιάτες που για πολλά χρόνια ασχολήθηκαν με την Καμήλα, το γέλιο και τη χαρά, ήταν ο Θανάσης Κουμπούρης ή Θανασπατέρας και ο Φάνης Καμπόλης. Οι δύο αυτοί Καμηλιέρηδες, για 25 χρόνια ψυχαγωγούσαν, κάθε χρόνο, το Μενιδιάτικο κόσμο. Αυτοί οι δύο τύποι ήταν από τη φύση προικισμένοι να παριστάνουν το γελωτοποιό. Ήταν άφθαστοι μίμοι και επιδέξιοι κωμικοί. Στη μάντρα του Θανασπατέρα, που ήταν απέναντι από την πλατεία του Καράβου, γινόταν η κατασκευή του ομοιώματος της Καμήλας με υλικά :

  1. μια μεγάλη νεκροκεφαλή αλόγου
  2. μερικές προβιές προβάτων, ομοιόμορφες
  3. λίγο σκοινί
  4. τέσσερα ψηλά καδρόνια
  5. μερικά χλωρά καλάμια, για το σχήμα του κορμιού της καμήλας

Το χαρακτηριστικό που έδινε ζωντάνια στην Καμήλα, ήταν το κροτάλισμα της μασέλας της και το στριφογύρισμα του λαιμού και της κεφαλής. Για να κινείται η Καμήλα, είχαν κλειστεί μέσα δύο νέοι συνεργάτες των Καμηλιέρηδων, ο ένας για να βαστά ένα σκοινάκι που κουνούσε τη μασέλα της Καμήλας, ρυθμικά και ο άλλος κρατούσε ένα μικρό κοντάρι, καρφωμένο στο κέντρο, στο εσωτερικό της πλάτης της Καμήλας, για να την κάνει να χορεύει και να βαδίζει. Οι δύο Καμηλιέρηδες, βαμμένοι και μασκαρεμένοι με απλές φουστανέλες, πείραζαν τον κόσμο με τα χονδρά αστεία τους. Στο διάβα τους συνοδεύονταν από νταούλι και πίπιζα. Η λαοθάλασσα από παιδόκοσμο και μεγάλους, που ακολουθούσε τον καρνάβαλο, ήταν μοναδικό φαινόμενο. Αυτή η εκδήλωση κρατούσε δύο μέρες και χάριζε σ’ όλους, γλέντι και χαρά.

Επίσης, οι δύο αυτοί αυτοδίδακτοι κωμικοί, πολλές φορές παρίσταναν τον «Πεθαμένο». Έτσι, ο ένας έμπαινε στο φέρετρο, άλλοι τέσσερις, το βαστούσαν και το περιέφεραν στους δρόμους, ενώ ο άλλος, συνήθως ο Φάνης ο Καμπόλης, έκλαιγε κι έλεγε στο δρόμο δυνατά : «Αλί......Μας αφήνεις.....»και έλεγε σιγά στο συνεργό του : «Μην αναπνέεις βρε!!! Κλείσ’ τα μάτια, γιατί θα μας καταλάβουν». Πολλές φορές, ο κόσμος είχε πιστέψει ότι ο άνθρωπος που ήταν μέσα, είχε πεθάνει πραγματικά. Με τόση φυσικότητα γίνονταν όλα. Κάποια στιγμή, όταν είχε μαζευτεί αρκετός κόσμος, ο «Πεθαμένος», πεταγόταν από το φέρετρο, τρομάζοντας όσους βρίσκονταν κοντά.

š Τραγούδια της Αποκριάς ›

Το ζεμπίλι

Κωνσταντινιά, καλέ μου Κωνσταντινιά,

Κωνσταντινιά, τον άνδρα σου τον βάλαν στο ζεμπίλι

και τον κρεμάσανε ψηλά να μη τον φαν οι ψύλλοι

Το πιπέρι

Πως το τρί - μωρέ παιδιά,

πως το τρίβουν το πιπέρι

πως το τρίβουν το πιπέρι

του διαβόλου οι καλογέροι

Με τη μύ - μωρέ παιδιά,

με τη μύτη τους το τρίβουν

με τη μύτη τους το τρίβουν

και το ψιλοκοσκινίζουν

(αυτοί που τραγουδούν, γονατίζουν και τρίβουν τη μύτη τους στο χώμα , ενώ η ίδια στροφή επαναλαμβάνεται με την πλάτη, με τα γόνατα κ.λ.π)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

· Χ. Ι. Καλογράνης / Οι Μενιδιάτες / Αθήνα 1990

· Χ. Κιούση / Εργασία / Ι.Λ.Ε.Α.

Ετικέτες

Η ΓΝΩΜΗ ΣΟΥ ΜΕΤΡΑΕΙ