Τετάρτη, 24 Δεκέμβριος 2014 15:02
Δήμος Αχαρνών

ΤΟ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ, ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΙΩΝ ΣΤΙΣ ΑΧΑΡΝΕΣ…..

>Ρένα Κουμπούρη, (Εκπαιδευτικός, M.Ed.) Αρθρογράφος: Ρένα Κουμπούρη, (Εκπαιδευτικός, M.Ed.)

Όλες τις μέρες των γιορτών, από τα Χριστούγεννα μέχρι των Φώτων, οι νοικοκυρές απαγορευόταν να πλύνουν ρούχα, να ράψουν, να πλέξουν ή να κεντήσουν.

Την Παραμονή των Χριστουγέννων, οι νοικοκυρές έφτιαχναν τα γλυκά (μελομακάρονα, τηγανίτες και αργότερα και κουραμπιέδες). Έφτιαχναν επίσης και το Χριστόψωμο. Ζύμωναν το ψωμί, το άφηναν να φουσκώσει και μετά με το ίδιο το ζυμάρι, το κεντούσαν, φτιάχνοντας το σχήμα του Σταυρού.

Την παραμονή, πήγαιναν οπωσδήποτε στο νεκροταφείο, άναβαν τα καντήλια, έβαζαν λουλούδια στους τάφους των συγγενών και έκαναν τρισάγιο. Τα παιδιά από πολύ νωρίς έτρεχαν στις γειτονιές και έλεγαν τα κάλαντα:

Καλήν εσπέραν άρχοντες, κι αν εί - κι αν είναι ο ορισμός σας

Χριστού τη θεία γέννηση, να μπω - να μπω στ’ αρχοντικό σας

Χριστός γεννάται σήμερον, εν Βη - εν Βηθλεέμ τη πόλει

οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει- χαίρει η φύσις όλη

Σ’ αυτό το σπίτι που’ ρθαμε, πέτρα - πέτρα να μη ραΐσει

κι ο νοικοκύρης του σπιτιού, χίλια - χίλια χρόνια να ζήσει

Χρόνια Πολλά ! !

Οι νοικοκυρές τα φίλευαν μήλα, ρόδια, πορτοκάλια ή και ξηρούς καρπούς. Τα παιδιά κράταγαν στο χέρι ένα τρίγωνο και ένα ντέφι, που τα είχαν φτιάξει μόνα τους.

Κάτι στο οποίο πίστευαν οι Μενιδιάτες, ήταν οι καλικάντζαροι. Οι καλικάντζαροι ήταν δημιουργήματα της φαντασίας του λαού και έλεγαν πως ήταν υπερφυσικά πλάσματα, πολύ άσχημα, σκούρου χρώματος, με ουρά, μυτερή μύτη και αυτιά, τα οποία όμως, παρά το γεγονός ότι έκαναν πολλές ζημιές στα σπίτια, δεν πείραζαν τους ανθρώπους, Πίστευαν ότι κατέβαιναν την παραμονή των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς από την καμινάδα του τζακιού και έτρωγαν τα γλυκά που είχαν φτιάξει οι νοικοκυρές. Για να μην μπουν οι καλικάντζαροι στα σπίτια, οι άνθρωποι κράταγαν αναμμένο το τζάκι, όλο το βράδυ. Ειδικά όμως την παραμονή των Χριστουγέννων, οι Μενιδιάτες έβαζαν ένα χοντρό κούτσουρο στο τζάκι, να καίει όλη τη νύχτα, όχι μόνο για να διώξουν τους καλικάντζαρους αλλά και για να ζεσταθεί ο νεογέννητος Χριστός. Στις 12 το βράδυ, έλεγαν ότι άνοιγαν οι ουρανοί, για να γιορτάσουν τη γέννηση του Χριστού και αν έκανες μια ευχή, εκείνη την ώρα, πραγματοποιούνταν.

Στις 5 τα ξημερώματα, ανήμερα τα Χριστούγεννα, οι καμπάνες ηχούσαν χαρμόσυνα και οι Μενιδιάτες έβαζαν την καλή τους φορεσιά και πήγαιναν όλοι μαζί στην Εκκλησία. Κοινωνούσαν και μετά γύριζαν στο σπίτι, όπου άρχιζαν τις ετοιμασίες για το γιορτινό τραπέζι. Το μεσημέρι κάθονταν

όλοι μαζί στο τραπέζι, όπου ο άντρας της οικογένειας έκοβε το Χριστόψωμο. Ύστερα έτρωγαν κρέας και μετά γλυκά. Το απόγευμα, πήγαιναν στα συγγενικά σπίτια για να ευχηθούν Χρόνια Πολλά.

Πρωτοχρονιά

Την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς, οι νοικοκυρές άρχιζαν πάλι τις ετοιμασίες για το Νέο Χρόνο. Έφτιαχναν τα παραδοσιακά γλυκά, δίπλες, κουραμπιέδες και τηγανίτες και ζύμωναν πάλι ένα Χριστόψωμο, μέσα στο οποίο έβαζαν ένα νόμισμα. Τα παιδιά έλεγαν στις γειτονιές τα κάλαντα, από νωρίς το πρωί:

Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά ,ψηλή μου δεντρολιβανιά

κι αρχή, κι αρχή καλός μας χρόνος, εκκλησιά, εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνο

Αρχή που βγήκε ο Χριστός, Άγιος και πνευματικός

στη γη, στη γη να περπατήσει, και να μας - και να μας καλοκαρδίσει

Άγιος Βασίλης έρχεται, και δε μας καταδέχεται, από, από την Καισαρεία

Συ’σαι αρχό – συ’σαι αρχόντισσα κυρία,

βαστά εικόνα και χαρτί, ζαχαροκάντιο ζυμωτή,

χαρτί - χαρτί και καλαμάρι, δες και εμέ, δες και εμέ το παλικάρι

Το καλαμάρι έγραφε, τη μοίρα μου την έγραφε

και το - και το χαρτί ομίλει, άσπρε μου - άσπρε μου Άγιε Βασίλη

Τα παιδιά έπαιρναν πάλι ρόδια, μήλα, πορτοκάλια και ξηρούς καρπούς από τις νοικοκυρές και με το τρίγωνο και το ντέφι στο χέρι, συνέχιζαν την περιπλάνησή τους στις γειτονιές.

Στα σπίτια κρεμούσαν το αγριοκρέμμυδο ή αλλιώς “μπόσκα”, την Παραμονή, για γούρι. Την Πρωτοχρονιά, από τη νύχτα (με τα φανάρια στο χέρι, για να βλέπουν), όλοι οι χωρικοί έπρεπε να καταπιαστούν με το “αμίλητο νερό” από την πηγή του Καράβου και το Υδραγωγείο, για γούρι, υγεία και προκοπή ανθρώπων και ζώων.

Έτσι, ένας από κάθε σπίτι (συνήθως ο μικρότερος σε ηλικία), μ ε το άδειο σταμνί, με την κρεμμύδα (γνωστή και ως μπόσκα), το ρόδι, ένα κλαδί ελιάς και λίγα γλυκά στα χέρια, έφτανε στην πηγή του Καράβου ή στο Υδραγωγείο. Η πρώτη του υποχρέωση ήταν να ρίξει στο τρεχούμενο νερό της πηγής, ένα γλυκό (δίπλα ή τηγανίτα) για να εξευμενίσει τα κακά πνεύματα, κατόπιν να βρέξει το πρόσωπό του, να πιει λίγο νερό, να βρέξει την κρεμμύδα, το ρόδι και τα υπόλοιπα γλυκά, να γεμίσει το σταμνί με νερό και αμίλητος να γυρίσει στο σπίτι. Φτάνοντας στην εξώπορτα, έμπαινε με το δεξί του πόδι και προχωρούσε στο δωμάτιο που τον περίμεναν όλοι οι δικοί του.

Η πρώτη του χειρονομία ήταν να πετάξει το ρόδι στο πάτωμα, για να σπάσει και να ευχηθεί “όπως οι σπόροι του ροδιού, να είναι το σπιτικό μας γεμάτο από υγεία, ευτυχία και σοδειά” (πλούτο). Κατόπιν χτυπούσε τις κεφαλές όλων με την κρεμμύδα, λέγοντας “Υγεία και Χρόνια Πολλά”. Τέλος έδινε από λίγο γλυκό σε όλους, τους ράντιζε με το “αμίλητο νερό”, από το οποίο έπιναν, κατά σειρά ηλικίας, όλοι. Εάν υπήρχαν ζώα, τα επισκεπτόταν στο στάβλο, τα ράντιζε και τα χτυπούσε με την κρεμμύδα, για να είναι γερά και να αυξάνουν. Το μεσημέρι, κάθονταν όλοι μαζί στο τραπέζι και ο πατέρας έκοβε το χριστόψωμο, αφού το σταύρωνε πρώτα. Το πρώτο κομμάτι ήταν του Χριστού, το δεύτερο της Εκκλησίας, ακολουθούσαν τα κομμάτια για τα ξεχωριστά πρόσωπα της οικογένειας (νοικοκύρης), το κομμάτι για τα ζώα (κύριο μέσο διαβίωσης) και μετά τα κομμάτια για τα μέλη της οικογένειας.

Ποδαρικό

Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, οι Μενιδιάτες έπαιρναν τη μπόσκα και λίγα γλυκά και πήγαιναν στα συγγενικά σπίτια, που δεν είχε μπει ξένος και έκαναν ποδαρικό, μπαίνοντας με το δεξί πόδι, για να πάει “δεξιά” ο χρόνος. Χτυπούσαν το κεφάλι του οικοδεσπότη με τη μπόσκα και εύχονταν “Καλή Χρονιά”.

Θεοφάνια - Φώτα

Την παραμονή των Φώτων, τα παιδιά έβγαιναν στους δρόμους και έλεγαν τα κάλαντα:

Σήμερα τα Φώτα και ο Φωτισμός, και χαρά μεγάλη για τον αφέντη μας

Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό, ειν’ η Παναγιά μας, η Δέσποινα

με τα θυμιατήρια στα δάχτυλα, και ο Κύριός μας κεριά κρατεί

και τον Άγιο Γιάννη παρακαλεί, Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε

δύνασαι βαπτίσεις Θεού παιδί

Δύναμαι και θέλω και προσκυνώ, και τον Κύριό μου παρακαλώ

Αύριο θ’ ανέβω στους ουρανούς, να καταπατήσω τα είδωλα

και θα κατεβώ στον ποταμό, δια να βαπτίσω εσέ το Χριστό

Οι νοικοκυρές ετοίμαζαν τα γλυκά (δίπλες), ενώ ο παπάς περνούσε απ’ όλα τα σπίτια και τα άγιαζε με αγιασμό. Τότε οι καλικάντζαροι, οι οποίοι εμφανίζονταν, όπως είπαμε, τις μέρες των γιορτών, φοβούμενοι τον αγιασμό, εξαφανίζονταν. Το πρωί των Φώτων, δεν έτρωγαν πριν πάρουν αγιασμό από τον παπά και τον πιουν. Ύστερα, έπαιρναν τον αγιασμό και ράντιζαν όλα τα μέρη του σπιτιού και τα μέλη της οικογένειας.

Ετικέτες

Η ΓΝΩΜΗ ΣΟΥ ΜΕΤΡΑΕΙ