Σάββατο, 14 Μάρτιος 2015 15:22
Δήμος Αχαρνών

H ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΚΑΙ Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΣΤΙΣ ΑΧΑΡΝΕΣ: ΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΕΞΑΡΤΗΣΗΣ

>Ρένα Κουμπούρη, (Εκπαιδευτικός, M.Ed.) Αρθρογράφος: Ρένα Κουμπούρη, (Εκπαιδευτικός, M.Ed.)

Είναι γνωστό πως η φορεσιά, το ένδυμα, πάντα αποτελούσε προϊόν της εποχής, των αναγκών, των συνθηκών και της ιδεολογίας που κάθε φορά επικρατούσε στις κοινωνίες, από τις πιο πρωτόγονες έως τις πιο πολιτισμένες.

Η γυναικεία ένδυση, ειδικότερα, δέχτηκε πολλές και ποικίλες επιδράσεις, εκτός από την αρχαιοελληνική και την βυζαντινή παράδοση, όπως από ξένους πολιτισμούς -ιδίως μετά την άφιξη του Όθωνα - αλλά και από το φυσικό περιβάλλον, οι οποίες δημιούργησαν μια αφάνταστη ποικιλία. Έτσι, σε κάθε επαρχία, κάθε πόλη, κάθε χωριό, συναντάμε δύο, τρεις ή και περισσότερες παραλλαγές, όπως στην περίπτωση της παραδοσιακής Μενιδιάτικης φορεσιάς.

Βέβαια, δεν αγνοούμε τις αναπόφευκτες επιδράσεις από τη δυτική κουλτούρα, κυρίως κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, γεγονός που οδήγησε στην απλοποίηση και στη σταδιακή κατάργηση της παραδοσιακής φορεσιάς.

Κάποιοι από εσάς που διάβασαν τον τίτλο, σίγουρα θα αναρωτήθηκαν «αλήθεια, πως μπορεί να φαίνεται η θέση της γυναίκας, μέσα από την παραδοσιακή Μενιδιάτικη φορεσιά ;».

Κι όμως, ο ρόλος της φορεσιάς, δεν ήταν μόνο λειτουργικός και καλωπιστικός, αλλά είχε και σημειολογικά χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα, λοιπόν, με την ενδυμασία διακρινόταν η ηλικιακή κατηγορία, η οικογενειακή κατάσταση μιας γυναίκας, ακόμη και η κοινωνική της θέση, για ορισμένους ερευνητές.

Η φορεσιά που την περιέβαλε, ήταν ένας συνδυασμός όλων αυτών των στοιχείων, κεντημένη με σύμβολα που ανάγονται στην λατρεία του Διονύσου και σε βυζαντινά μοτίβα. και ταιριασμένη αρμονικά με την τέχνη της υφαντικής και της αργυροχρυσοχοΐας . (1)

Σύμφωνα με τις υπάρχουσες πηγές, η Μενιδιάτικη παραδοσιακή φορεσιά φορέθηκε μετά το 1700, κατά την περίοδο της Επανάστασης, αλλά και μετά απ’ αυτή, όπου διατηρήθηκε με μικρές παραλλαγές μέχρι το 1950, περίπου, οπότε και συναντάμε την πιο εξελιγμένη μορφή της, η οποία έμελλε να ήταν και η τελευταία.

Κατά μία άποψη, οι χωρικοί που ζούσαν στα περίχωρα της Αθήνας, οι λεγόμενοι Ξωτάρηδες, άνηκαν στην τέταρτη τάξη των Αθηναίων, άρα δεν υπήρχαν μεταξύ τους επιμέρους διαχωρισμοί. Κατά μία άλλη, όμως άποψη, υπήρχε πρώτη και δεύτερη κοινωνική τάξη. Αυτό ίσως τεκμαίρεται από το γεγονός ότι οι νυφικές φορεσιές των Αχαρνών, δεν είναι όλες το ίδιο πλούσιες, γεγονός που υποδηλώνει την οικονομική κατάσταση της νύφης, αλλά στην ουσία του γαμπρού, αφού τα κοσμήματα που φορούσε η νύφη ήταν δώρο του γαμπρού.

Είναι γνωστό ότι η Μενιδιάτικη φορεσιά, είναι από τις εντυπωσιακότερες ελληνικές φορεσιές, με αρκετές παραλλαγές και πλούσια χρώματα, όχι τυχαία επιλεγμένα, όπως θα δούμε πιο κάτω. Χαρακτηριστικά, ο Γάλλος φιλέλληνας Chateaubriand γράφει για μια κόρη υπηρέτρια, ντυμένη με τη φορεσιά αυτή: «Ήταν δε ενδεδυμένη απαράλλακτα, όπως οι αρχαίες Ελληνίδες». Μάλιστα, στοιχεία της φορεσιάς αυτής αποτέλεσαν έμπνευση για την ενδυμασία της βασίλισσας Όλγας. (2)

Η φορεσιά της Μενιδιάτισας ήταν έργο των χειρών της, με το οποίο ασχολούνταν από τα πρώτα χρόνια της ζωής της, ενώ μετά το γάμο της συνέχιζε, υφαίνοντας και κεντώντας τα προικιά των παιδιών της. Ορισμένα κομμάτια της φορεσιάς, κυρίως της νυφικής η οποία ήταν και η πιο πλούσια, πολυδάπανη και απαιτητική στην κατασκευή, τα αναλάμβαναν ειδικές κεντήστρες ή μαΐστρες.

Η κόρη ύφαινε και κεντούσε τις φορεσιές της για τις διάφορες περιστάσεις, δηλαδή την καθημερινή, την επίσημη και τη νυφική, όπως και όλα όσα θα της χρειάζονταν στο νέο της σπιτικό. Οι παραλλαγές της φορεσιάς είναι αρκετές και ποικίλλουν από το 1700 έως την κατάργησή της.

Σε γενικές γραμμές, οι πληροφορίες που μπορούμε να αντλήσουμε από τη φορεσιά, για τη θέση της γυναίκας μέσα στο κοινωνικό σύνολο, τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, διακρίνεται σε τρεις κατηγορίες. : στις πληροφορίες που σχετίζονται α. με την ηλικία, β. με την οικογενειακή κατάσταση και γ. με την κοινωνικοοικονομική κατάσταση.

Οι κατηγορίες της φορεσιάς, όπως έμειναν γνωστές είναι οι εξής:

1. του κοριτσιού

2. της ελεύθερης κοπέλας

3. της αρραβωνιασμένης

4. της νύφης

5. της παντρεμένης γυναίκας

6. της μεσήλικης και

7. της ηλικιωμένης

Επίσης οι φορεσιές διακρίνονταν σε καθημερινές και καλές ή γιορτινές,

Η φορεσιά των μικρών κοριτσιών (3) ήταν ένα μακρύ φόρεμα με μακριά μανίκια, το οποίο ονομαζόταν «μπροστέλλα». Αυτή ήταν η ενδυμασία του κοριτσιού μέχρι τα 12 της χρόνια, άρα το στοιχείο που παίρνουμε απ’ αυτή είναι η ηλικία.

Η κόρη, μετά τα 12, (4) κάλυπτε το κεφάλι της με το λουλουδάτο μαντήλι και φορούσε τη φορεσιά της ελεύθερης κοπέλας, άρα ήταν έτοιμη να αρραβωνιαστεί. Η ενδυμασία της ήταν απλή. Περιλάμβανε το πουκάμισο, το τζάκο, τη σιγκούνα, την ποδιά, το μαντήλι και τα παπούτσια.

Το πουκάμισο, κεντρικό κομμάτι της ενδυμασίας σε όλες τις ελληνικές φορεσιές, είχε ονομασία που προερχόταν από τη βυζαντινή ενδυματολογία. Ήταν ένα ρούχο μακρύ και αμάνικο, σε λευκό χρώμα ,φτιαγμένο από αργαλείσιο ύφασμα, χωρίς στολίδια.

Το λευκό χρώμα και η λιτότητά του υποδήλωναν την αγνότητα και τη σεμνότητα της κόρης. Σπάνια συναντάμε ένα μικρό στόλισμα στο κάτω μέρος του πουκαμίσου. Πάνω απ’ αυτό φορούσαν το τζάκο ή ζιπούνι, δηλαδή ένα συμπλήρωμα του πουκαμίσου, που είχε ενσωματωμένα τα μανίκια και έκλεινε μπροστά στο στήθος σε σχήμα πέταλου.

Πάνω απ’ αυτόν φοριόταν η σιγκούνα, ένας αμάνικος επενδύτης, μακρύς και μεσάτος, που συμβόλιζε το πέρασμα της νέας από το στάδιο του κοριτσιού στο στάδιο της γυναίκας, ενώ ήταν ένα ρούχο που τη συνόδευε σε όλη της τη ζωή. Ακολουθούσε η ποδιά, η οποία είχε και πρακτικό αλλά και διακοσμητικό ρόλο και ήταν απλή, με ελάχιστα σχέδια από χρωματιστές κλωστές. Όσον αφορά στα υποδήματα της ελεύθερης κοπέλας, αυτά ήταν απλά καλίκια.

Μετά το 1915, οι ελεύθερες φορούσαν λουστρίνια, σαν τις παντρεμένες, αλλά χωρίς στολίδια, αφού η ελεύθερη έπρεπε να διακρίνεται από απλότητα. Τα στολίδια στα παπούτσια ελεύθερης κοπέλας υποδήλωναν την προοδευτικότητα της οικογένειάς της, κάτι που υποδήλωνε οικογένεια με οικονομική ευρωστία ή με υψηλότερο επίπεδο μόρφωσης.

Τέλος, το μαντήλι άφηνε το λαιμό της κοπέλας να φαίνεται, σκεπάζοντας απαλά τα μαλλιά της που ήταν πλεγμένα σε κοτσίδες. Το ανοιχτό μαντήλι είναι ένα σημείο διαφοροποίησης, αφού στις υπόλοιπες φάσεις της ζωής της, η γυναίκα κρύβει τον λαιμό, εκτός από τον πρώτο χρόνο του γάμου της.

Τα μαλλιά ήταν σύμβολο δύναμης. Έτσι ο νέος που ήθελε να κατακτήσει μια κοπέλα, φρόντιζε ή να της κόψει την κοτσίδα ή να της πάρει το μαντήλι. Αν γινόταν κάτι τέτοιο, η κοπέλα θεωρούνταν εκτεθειμένη και οι γονείς, συνήθως, την έδιναν στο νέο. Σε γενικές γραμμές, όμως, η κοπέλα αρραβωνιαζόταν με προξενιό.

Η αρραβωνιασμένη κοπέλα (5) φορούσεσχεδόν τα ίδια ρούχα με την ελεύθερη, με τη διαφορά ότι ο τζάκος και το πουκάμισο είχαν λίγο κέντημα. Επίσης, μπορούσε να φορέσει, κυρίως σε επίσημες περιστάσεις, τα κοσμήματα που της χάρισε η πεθερά στον αρραβώνα, δηλαδή, την καρφίτσα και το γιορντάνι. (6). Έτσι τα κοσμήματα και το κέντημα, που στόλιζαν την αρραβωνιασμένη, αποτελούσαν διακριτικό της αλλαγής της.

Μάλιστα, τα μεταγενέστερα χρόνια, όπου ήταν έντονες οι δυτικές επιρροές, η πεθερά, δηλαδή το γυναικείο στοιχείο, ήταν αυτή που προωθούσε ή όχι την μετάβαση της κοπέλας από την παραδοσιακή ενδυμασία στην ευρωπαϊκή. Έτσι, σύμφωνα με μια εκδοχή, αν την ημέρα του αρραβώνα χάριζε στη νύφη καρφίτσα και γιορντάνι, η νύφη θα φορούσε στο γάμο της την παραδοσιακή φορεσιά.

Σε αντίθετη περίπτωση όπου το δώρο ήταν άλλο κόσμημα, η νύφη θα είχε την τύχη, όπως κρυφά και η ίδια ήλπιζε, να φορέσει το αέρινο ευρωπαϊκό νυφικό, αλλάζοντας μια για πάντα την εμφάνισή της. Σύμφωνα, πάλι με άλλες μαρτυρίες, ακόμη και ο ίδιος ο πατέρας της νύφης ρωτούσε τον γαμπρό πως ήθελε να ήταν ντυμένη, σκλίρα (δηλαδή με ευρωπαϊκή ένδυση) ή χωριάτισσα.

Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, η αρραβωνιασμένη στον αρραβώνα της και σε επίσημες περιστάσεις φορούσε ακόμα και τη νυφική φορεσιά, αλλά με τη μία άκρη της μπόλιας να περνάει χαλαρά κάτω από το λαιμό και την άλλη ελεύθερη. Αν ισχύει αυτή η εκδοχή, πάλι μπορούσε κανείς να διακρίνει την αρραβωνιασμένη, από τη νιόπαντρη και την παντρεμένη, πάνω από ένα χρόνο, γυναίκα, αφού διέφερε ο τρόπος δεσίματος της μπόλιας.

Η νυφική φορεσιά, (7) ήταν η πιο πολυδάπανη, απ’ όλες τις άλλες, γεγονός που αποτελούσε έναν πρόσθετο λόγο, πέρα από τις ξενικές επιδράσεις, για τον οποίο καταργήθηκε. Ήταν πολύ εντυπωσιακή, χρειαζόταν πολύ χρόνο και δεξιοτεχνία για να κεντηθεί και συνόδευε τη γυναίκα στο γάμο της και στις επίσημες περιστάσεις, μέχρι το πρώτο ή δεύτερο παιδί. Ύστερα, έμπαινε στο μπαούλο για την κόρη και τη θέση της νυφικής φορεσιάς έπαιρνε μια πιο απλή. Χαρακτηριστικά της νυφικής φορεσιάς είναι το μεγάλο κέντημα στο πουκάμισο, το οποίο έφτανε μέχρι και τους 70 πόντους σε ύψος, το οποίο σ’ αυτή την περίπτωση ονομαζόταν φούντι, τα πλούσια κοσμήματα, όπως το κορδόνι, και τα έντονα χρώματα Επίσης τα μανίκια του τζάκου, τα λεγόμενα χρυσά μανίκα., είχαν βαρύ κέντημα με χρυσή κλώστη. (8)

Ένα συμβολικό στοιχείο ήταν το χρώμα στο ζωνάρι που φοριόταν γύρω από τη μέση, το έντονο κόκκινο χρώμα, σύμβολο της γονιμότητας και της ευρωστίας. Τα κεντημένα μοτίβα, επίσης, είχαν άμεση σχέση με τη γονιμότητα. Ένα απ’ αυτά, ο μαστραπάς, (9) θυμίζει δοχείο με γαρύφαλλα που ξεχειλίζουν. Η γυναίκα ήταν δοχείο ζωής, έφερνε ζωή και ξεχείλιζε απ’ αυτή. Η νύφη βρισκόταν στο απόγειο της γονιμότητάς της και όλα όσα φορούσε πάνω της έπρεπε να εκπέμπουν αυτό το μήνυμα.

Όπως αναφέρθηκε στην αρχή, η φορεσιά ίσως μαρτυρούσε και την κοινωνική θέση της νύφης, αφού είχε άμεση σχέση με την οικονομική της κατάσταση. Έτσι, το κεντρικό επιστήθιο κόσμημα, το λεγόμενο κορδόνι,(10) σε άλλες περιπτώσεις έχει χρυσά φλουριά ή επίχρυσα, σε άλλες, νομίσματα της εποχής εκείνης, κυρίως ασημένια, ενώ ποικίλλει το πλήθος των νομισμάτων. Επίσης και ένας άλλος δείκτης οικονομικής ευρωστίας είναι και οι ρόδακες οι οποίοι κρέμονταν στο κέντρο κάθε αλυσίδας του κορδονιού. Ο αριθμός των ροδάκων ποίκιλλε ανάλογα με τις αλυσίδες. Έτσι οι ρόδακες ήταν 5 ή 7 ή 9, πάλι ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του γαμπρού. Αξίζει να σημειώσουμε ότι σύμφωνα με την παράδοση τα φλουριά που έμπαιναν στις αλυσίδες γεμίζοντας το κορδόνι, ήταν αυτά που κερνούσαν ως δώρο οι συγγενείς του γαμπρού, τη νύφη, τη μέρα του αρραβώνα. Έτσι ανάλογα μ’ αυτά, γέμιζε το κορδόνι, το οποίο φορούσε η γυναίκα με τη νυφική φορεσιά. Αυτό είναι ίσως και το μοναδικό στοιχείο πάνω στη φορεσιά, που μαρτυρά κοινωνική θέση.

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι η νυφική μπόλια,(11) το ολομέταξο χρυσοποίκιλτο πέπλο που φορούσε η νύφη πάνω από το λουλουδάτο μαντήλι. Ο παραδοσιακός συμβολισμός συνδέει το χρώμα της μπόλιας με το χρώμα του κρόκου, το οποίο και σαν άνθος είναι γνωστό σύμβολο γονιμότητας από την αρχαιότητα. Συνδέεται επίσης με το συμβολικό χαρακτήρα του πέπλου της Ήρας και της Δήμητρας, δηλαδή τη σεμνή μητρότητα και τη γονιμότητα της γυναίκας.

Ο τρόπος δεσίματος της νυφικής μπόλιας, (12) που άφηνε το λαιμό ακάλυπτο, αφού οι πλευρές της μπόλιας δένονταν σε τριγωνικό σχήμα, πίσω στην πλάτη, ήταν η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στην νιόπαντρη γυναίκα και σ’ αυτή που ήταν παντρεμένη πάνω από ένα χρόνο. (13) Έτσι, μετά τον πρώτο χρόνο η μπόλια φοριόταν με τις άκρες ελεύθερες, οι οποίες περνούσαν σταυρωτά κάτω από λαιμό της γυναίκας, καλύπτοντάς τον. (14)

Μετά τα 40 χρόνια της (15) η γυναίκα αφού είχε αποκτήσει 1 ή δύο παιδιά, φορούσε μια πιο απλή φορεσιά, η οποία είχε λιγότερο κέντημα και καθόλου χρυσό στα μανίκια, σε αντίθεση με τη νυφική. Κάτω από το μαντήλι φοριόταν κόκκινο τσεμπέρι, όπως και στη νυφική φορεσιά, αφού εκεί στηριζόταν επιμετώπιο κόσμημα, το λεγόμενο ξελίτσι. (16) Βλέπουμε ότι όσο περνάει η ηλικία της γυναίκας, απλοποιούνται οι φορεσιές και έχουν όλο και λιγότερα κεντήματα και στολίδια με αποκορύφωμα την φορεσιά της ηλικιωμένης.(17)

Αυτή αποτελούνταν από τα βασικά κομμάτια της φορεσιάς της νεώτερης γυναίκας, μόνο που τώρα το χρώμα που είχε το τσεμπέρι ήταν το λευκό. Επίσης το πουκάμισο είχε λίγο ή καθόλου κέντημα, το ίδιο και ο τζάκος. Το μαντήλι επίσης γινόταν μονόχρωμο και είχε χρώμα τσιμινί ή λαδοπράσινο. Αυτό το χρώμα υποδήλωνε ότι ίσως πενθούσε κάποιο συγγενή. Οι γυναίκες που πενθούσαν σύζυγο, αδελφό ή γονείς φορούσαν μαύρο μαντήλι. (18)

Σήμερα μπορεί στον δυτικό κόσμο η ενδυμασία να μην έχει την ίδια έννοια και όλα αυτά που προανέφερα να αποτελούν μια απλή ανάμνηση ενός παρελθόντος που έχει μόνο λαογραφικό ενδιαφέρον. Οι γυναίκες για τις οποίες μίλησα υπήρξαν γιαγιάδες κάποιων από εμάς, μένοντας πια σε αναμνήσεις και ξεθωριασμένες φωτογραφίες. Ήταν γυναίκες που δούλευαν σαν άντρες, μεγάλωναν παιδιά, ήταν νοσηλεύτριες και παιδαγωγοί αυτοδίδακτες, κρατούσαν ένα σπίτι όρθιο, μαζί με τις παραδόσεις και τις αξίες της ελληνίδας γυναίκας. Όλα αυτά σήμερα μας φαίνονται τόσο μακρινά…..Σε άλλα σημεία του πλανήτη όμως εξακολουθούν να θεωρούνται κτήμα, αντικείμενο, όντα χωρίς γνώμη και βούληση….να βεβηλώνονται και να φιμώνονται φορώντας το ένδυμα της ντροπής…. (19) εκεί η λέξη «ένδυμα» παίρνει άλλη διάσταση… δεν δείχνει κοινωνική τάξη ή ηλικία αλλά παραβίαση της φύσης και της ελευθερίας….Με αφορμή λοιπόν τη σημερινή μέρα, θέλω να τελειώσω με το μήνυμα του ΟΗΕ για τη φετινή Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας: «χειραφέτηση των γυναικών - χειραφέτηση της ανθρωπότητας». Το όραμα ενός κόσμου όπου κάθε γυναίκα και κάθε κορίτσι θα μπορεί να κάνει τις επιλογές του, να συμμετέχει στην ενεργό πολιτική δράση, να έχει πρόσβαση σε κάθε βαθμίδα της εκπαίδευσης, να έχει εισόδημα και να ζει σε κοινωνίες χωρίς βία και διακρίσεις…..Τότε μόνο θα μπορούμε να τιμούμε τη ΓΥΝΑΙΚΑ όπως της αρμόζει….

Παραπομπές

1.

2.

3.

4.

5.

6.

7.

8.

9.

10.

11.

12.

13.

14.

15.

16.

17.

18.

19.

20.

Πηγές

· Φωτογραφικό Αρχείο Ι.Λ.Ε.Α.

· Προσωπικό φωτογραφικό αρχείο Σοφίας Σύρμα-Κουμπούρη

· Μαρίνη, Δ. Μαρίας (1989), Η Μενιδιάτικη λαϊκή φορεσιά, Αχαρνές, Ι.Λ.Ε.Α.

· Μιχαήλ – Δέδε, Μαρίας (1981), Η φορεσιά της Μεσογείτισσας, Εκδόσεις Σπ. Μπογιάτης

· Παπαντωνίου Ιωάννας (1991), Ελληνικές φορεσιές, Εκδοτική Αθηνών

· Στριφτού-Βάθη, Ματούλας – Γιώτα Δημητρίου Γ. (1982), Αχαρνές, Ε.Ο.Σ. Αχαρνών – Ι.Λ.Ε.Α.

· Η Καθημερινή (Επτά ημέρες), Ελληνικές Ενδυμασίες, 30-1-2000.

Ετικέτες

Η ΓΝΩΜΗ ΣΟΥ ΜΕΤΡΑΕΙ